Αἴσωπος


Αἴσωπος
Эзоп (баснописец)

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "Αἴσωπος" в других словарях:

  • Αἴσωπος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αίσωπος — I (7ος αι. π.Χ.). Συγγραφέας, ο θεωρούμενος πατέρας της μυθογραφίας. Οι πληροφορίες για τη ζωή του είναι αβέβαιες· προέρχονται από μια μυθιστορηματική βιογραφική παράδοση –την οποία συνόδευαν και μύθοι– που τοποθετείται στον 6ο αι. π.Χ.… …   Dictionary of Greek

  • Αίσωπος — ο κύρ. όνομα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Αἰσώπω — Αἴσωπος masc nom/voc/acc dual Αἴσωπος masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰσώπου — Αἴσωπος masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰσώπῳ — Αἴσωπος masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἴσωπε — Αἴσωπος masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἴσωπον — Αἴσωπος masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ésope — représenté dans une édition allemande des Fables de 1479. Ésope, en grec ancien Αἴσωπος / Aísôpos (VIIe siècle av. J.‑C …   Wikipédia en Français

  • Aesop — So sah der spanische Maler Diego Velasquez den griechischen Dichter Äsop Aesop, Abbildung in der …   Deutsch Wikipedia

  • Aisop — So sah der spanische Maler Diego Velasquez den griechischen Dichter Äsop Aesop, Abbildung in der …   Deutsch Wikipedia